μονογονία

μονογονία
η
1) рождение одного ребёнка; 2) см. μονογένεια

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "μονογονία" в других словарях:

  • μονογονία — η [μονόγονος] 1. η γένεση ενός νεογνού σε κάθε τοκετό 2. (θιολ.) αγενής δηλ. αφυλετική , αναπαραγωγή, οπότε αποσπάται από το γονικό σώμα ένα τμήμα του και αναπτύσσεται μόνο του σε όμοιο οργανισμό. [ΕΤΥΜΟΛ. < μονόγονος] …   Dictionary of Greek

  • αναπαραγωγή — Χαρακτηριστική λειτουργία όλων των ζωντανών συστημάτων, που έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση, συνέχιση και εξέλιξη του φαινομένου της ζωής σε νέους οργανισμούς, με τελικό επακόλουθο τη διατήρηση και διαιώνιση του είδους τους. Η α. είναι απόλυτα… …   Dictionary of Greek

  • αμφιγονία — η (Βιολ.) ένας από τους δύο τρόπους αναπαραγωγής τών οργανισμών κατά τον οποίο, σε αντίθεση προς τη μονογονία, απαιτείται η παρουσία δύο ειδικών ατόμων ή κυττάρων αυτά συνήθως παρουσιάζουν μεταξύ τους μορφολογικές διαφορές και λέγονται γαμέτες.… …   Dictionary of Greek

  • μονογένεια — (I) η (Α μονογένεια και ιων. τ. μουνογένεια) [μονογενής] νεοελλ. 1. βιολ. η μονογονία 2. βοτ. φαινόμενο κατά το οποίο φυτά έχουν άνθη ενός μόνο γένους αρχ. 1. ως επίθ. αυτή που δεν έχει αδέλφια, μοναχοκόρη 2. ως ουσ. μοναδικότητα. (II) τα ζωολ.… …   Dictionary of Greek

  • μονογένεση — η βιολ. μονογονία …   Dictionary of Greek

  • μονογενεσία — η βιολ. μονογονία …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»